Obrázky na stránke
PDF

sollte durch die freie Mitthätigkeit mit der Wirkung des heiligen Geistes zur eigentlichen , wahrhaft eigenen werden, der Zustand der so zu sagen findliden Uniduld, worin der Mensch unmittelbar geseßt war, sich in den der eigentlichen Heiligkeit des Mannes durch freie Entwicelung und Selbftfeßung vermitteln '). Daß Adam ohne Gnade fein wahrhaft Gutes (theologice bonum nicht ethice) volbringen konnte ?), erhellt wiederum daraus, daß er als endlicher aus und für sich feiner That die unendliche Form, das göttliche Gleichniß und Leben zu geben im Stande war.

Dem Zustande der rechten Ordnung, Heiligkeit, der Herrschaft des Geiftes über den Leib, der Erkenntniß über den Willen gemäß, war in dem ersten Menschen feine Concupiscenz ?), keine Leidenschaft. Sein Zustand schloß zwar nicht alle Affecte aus, wohl aber die schlechten, die falschen und blinden, von der Erfenntniß nicht bedingten und beherrschten, die seine rechte Disposition störenden.

[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors]

rem. c. III. Nemes. Εβραίοι δε τον άνθρωπον εξ αρχής ούτε θνητόν ομολογουμένως, ούτε αθάνατον γεγενήσθαι φασιν· αλλ' εν μεθορίοις εκατέρας φύσεως, ίνα, αν μέν τοις σωματικούς ακολουθήση πάθεσι, περιπέση και ταϊς σωματικαίς μεταβολαίς αν δε τα της ψυχής προτιμήση καλά, της αθανασίας αξιωθή. ει γαρ εξ αρχής αυτόν θνητόν εποίησεν ο θεός, ουκ αν αμαρτόντα θανάτω κατεδίκασε τις γαρ των αθανάτων τροφής σωματικής δείται; ουδ' αν ούτω ραδίως μετενόησε, και τον γενόμενον αθάνατον θητών ευθέως εποίησεν ουδέ γάρ επί των αμαρτησάντων αγγέλων τούτο φαίνεται πεποιηκώς, αλλά κατά την εξ αρχής φύσιν αθάνατοι διέμειναν, άλλην των ημαρτημένων απεκδεχόμενοι δίκην, αλλ' ου τον θάνατον. βέλτιον ούν ή τούτον τον τρόπον νοείν το προκείμενον, ή ότι θνητός μεν κατεσκευάσθη, δυνάμενος δε, εκ προκοπής τελειούμενος, αθάνατος γενέσθαι, τουτέστι, δυνάμει αθάνατος. de Nat. hom. c. Ι.

1) Τheoph. Autolyc. II, 27. θνητός φύσει εγένετο ο άνθρωπος, ουδαμως. τί ούν και αθάνατος ουδε τούτο φαμεν αλλά ερεί τις, ουδέν ούν εγένετο; ουδε τούτο εγώ μεν. ούτε ούν φύσει θνητός εγένετο, ούτε αθάνατος. ει γαρ αθάνατον αυτόν απ' αρχής επεποιήκει, θεόν αυτόν επεποιήκει πάλιν εί θνητόν αυτόν επεποιήκει, εδοκεί αν ο θεός αίτιος είναι του θανάτου αυτού. ούτε ούν αθάνατον αυτόν εποίησεν, ούτε μην θνητόν, αλλά καθώς επάνω προειρήκαμεν δεκτικόν αμφοτέρων, ίνα ρέψη επί τα της αθανασίας τήρησας την εντολήν του θεού, μισθόν κομίσηται παρ' αυτού την αθανασίαν, γένηται θεός ει δ' αυ τραπή επί τα του θανάτου πράγματα παρακούσας του θεού, αυτός εαυτώ αίτιος και του θανάτου. - Cf. Lact. inst. div. II 13. Ephr. in Gen. II. Τ. Ι. ed. Syr. p. 28.

2) Method. conv. decem virgin. or. III. n. 7. Oros. lib. arbit. n. XXVI. Joan. Maxent. de Christ. profess.

3) Gen. III, 19. Sap. 1, 13. Deus mortem non fecit, nec laetatur in perditione vivorum. II. 23. Deus creavit hominem inexterminabilem (εν αφθαρσία) et ad imaginem similitudinis suae fecit illum. Cr. 1 Cor. XV, 21.

4) C. Carth. IV. (418) c. I. Trid. Sess. V. de pecc. orig. c. I. Justin.

[ocr errors]

το πνεύμα το άγιον ονειδίζει τους ανθρώπους, τους και θεώ ομοίως άπαθείς και αθανάτους, εάν φυλάξωσι τα προςτάγματα αυτού, γεγενημένους, και καταξιωμένους υπ' αυτου υιούς αυτού καλείσθαι, και ούτοι ομοίως το 'Αδάμ και τη Εύα εξομοιούμενοι θάνατον εαυτοίς εργάζονται. Dial. Tryph. CΧΧΙV. Tatian. κατά την του γεννήσαντος αυτόν πατρός μίμησιν εικόνα της αθανασίας τον άνθρωπον (ο λόγος) εποίησεν, ίνα ώςπερ ή αφθαρσία παρά τω θεώ, τον αυτόν τρόπον θεού μοίραν άνθρωπος μεταλαβών έχει και το αθάνατον. c. Graec. VII. Tert. Quod enim ipsum Adam et Evam morti immerserat (diabolus) docuit et filium ab homicidio incipere. Pat. c. V. Clem. Strom. II, 19. Orig. in Joan. T. I. n. 22. Method. conv. dec. virgg. or. III. n. VI. Cyp. Patient. Hil. in Ps. I. n. 13. Bas. quod deus non est auct. mali. c. IX. Aug. Civ. dei XIII, 15. Theod. in Ps. XV, 5. Cyr. fest. Pasch. H. XV. Fulgent. incarn. c. XII.

1) Iren. Quemadmodum enim didicisset homo, quoniam ipse quidem infirmus et natura mortalis, deus autem immortalis et potens nisi id, quod est in utroque didicisset experimento. V, 3. n. 1. Bas, in Ps. CXIV. n. 5. Aug. Mortalis ergo erat conditione corporis animalis, immortalis autem beneficio creatoris. Gen. ad lit. VI. 28. n. 36.

2) Cyr. άφθαρτον γάρ και ανώλεθρον επoίει τον άνθρωπον εν αρχαις ευθύς ο πάντων δημιουργός, ουκ ιδίας φύσεως νόμοις έρηρεισμένον εις τούτο και ακλoνήτως έχοντα ποθεν .... αλλ' επείπερ ώδε έχειν αυτόν ο δημιουργός ήθελε, προς το ανολέθρω και παντός είδησιν αγαθού και μην και έφεσιν τήν εις αρετήν ενεχάρραττε τω ζώω" είτα δράν επ' εξουσίας όπερ αν έλoιτο δίδους την ελευθέρους πρέπουσαν έχαρίζετο δοξαν. Fest. Pasch. Hom. XV.

3) Tatian. c. Graec. Vli. Iren. III, 20. n. 1. Athan. inc. verb. dei n. 4-6. Aug. Civ. dei XIII, 20. Gen. lit. VI, 23. n. 36.

[ocr errors][ocr errors]
[ocr errors][ocr errors]

1) Gott, Ort des ersten Menschen nach Greg. in Job. VIII, 19. n. 38.

2) Aug. Vivebat fruens deo, ex quo bono erat bonus, vivebat sine ulla egestate, ita semper vivere habens in potestate. Cibus aderat, ne esuriret; polus ne sitiret; lignum vitae ne illum senecta dissolveret. Nihil corruptionis in corpore vel ex corpore ullas molestias ullis ejus sensibus ingerebat. Nullus intrinsecus morbus, nullus ictus metuebatur extrinsecus. Summa in carne sanitas, in anima tota tranquillitas. Civ. dei XIV, 26.

« PredošláPokračovať »