Obrázky na stránke
PDF

Origenes '), wo er sich in der Sprache dem Kirchenglauben mehr

δεικνύων το μήκος και ύψος και βάθος και πλάτος εν εαυτώ. V, 17. . 4.

+) Paed. III, 12. wo er das Sündigen als Allen eingeboren (orúmque τον) ετflirt. Λεγέτωσαν ημίν (οι δοκήται) που επόρνευσεν το γεννηθέν παιδιον; ή πώς υπό την τού 'Αδάμ υποπέπτωκεν αράν το μηδέν ενεργήσαν και απολείπεται δε αυτούς ως έoικεν ακολούθως λέγειν την γένεσιν είναι κακήν, ου την του σώματος μόνον, αλλά και την της ψυχής, δι' ήν και το σώμα. και όταν ο Δαβίδ είπη, εν αμαρτίαις συνελήφθην, και εν ανομίαις εκίσσησέ με η μητήρ μου, λέγει μεν προφητικώς μητέρα την Εύαν. αλλά ζώντων Εύα μητήρ εγένετο, και ει εν αμαρτίαις συνελήφθη, αλλ' ουκ αυτός εν αμαρτία, ουδε μεν αμαρτία αυτός. Str. II, 16. Er fügt bet: ει δε και πάς ο επιστρέφων εξ αμαρτίας επί την πίστιν από της συνηθείας της αμαρτωλού οίον μητρός έπί τήν ζωήν επιστρέφει, μαρτυρήσει μοι εις των δώδεκα των προφητών φήσας ( Mich. VI, 7.). εϊ δώ πρωτότοκα υπέρ ασεβείας, καρπόν κοιλίας μου υπέρ αμαρτίας ψυχής μου, ου διαβάλλει τον ειπόντα, αυξάνεσθε, αλλά τας πρώτας εκ γενέσεως ορμάς, καθ' ας θεόν ου γινώσκομεν, ασεβείας λέγει.

1) Εν τω 'Αδάμ πάντες αποθνήσκουσι και ούτως πεπτωκεν η οικουμένη και δείται ανορθώσεως, ίνα εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθώσι. In Jer. Hom. VΙΙΙ. n. 1. πάντων εκράτησε ο θανατος διά το εν τώ 'Αδάμ πάντας αποθνήσκειν. In Cantic. VΙΙΙ, 6. (Excerpt. Procop.) τάχα δε και κατά μεν την γένεσιν ουδείς έστι καθαρός από ρύπου, ουδ' ει μία ημέρα είη η ζωή αυτού, διά το περί της γενέσεως μυστήριον, εφ' και το υπό Δαβίδ εν πεντεκόστω ψαλμώ λελεγμένον έκαστον πάντων εις γένεσιν εληλυθότων λέγει έχον ούτως ότι εν ανομίαις συνελήφθην κ. τ. λ. Μatth. Τ. ΧV. n. 23. πας άνθρωπος εν 'Αδάμ αποθανών. adν. Cels. VII, 28. Non quasi sanctus fuerim naturaliter, sed si carnis prudentia tabefecit et si prudentia carnis estabuerit, tunc in sancto apparebo ei. in Jes. H. VI. n. 8. Parvuli baptizantur in remissionem peccatorum. Quorum peccatorum ? vel quo tempore peccaverunt ? aut quomodo potest ulla lavacri in parvulis ratio subsistere, nisi juxta illum sensum, de quo paulo ante diximus ? Nemo mundus a corde, nec si unius diei quidem fuerit vita ejus super terram. Et quia per baptismi sacramentum nativitatis sordes deponuntur, propterea baptizantur et parvuli. Nisi enim quis renatus fuerit etc. in Luc. H. XIV. Videturne tibi tam gravia et tam onerosa imprecari propbeta (Jerem. XX, 14 sq.) potuisse, nisi sciret, esse aliquid in ista nativitate corporea, quod et hujusmodi dignum maledictionibus videretur

[ocr errors]

.... sed et Job non sine spiritu sancto maledicebat diem nativitatis suae dicens (IJI, 3.): maledicta dies, in qua natus sum ... Quodsi tibi non videtur, haec Job prophetico et divino spiritu loqui, ex his considera, quae sequuntur; addidit enim (8.) : sed maledicant eum, qui maledixit illum diem, in quo magnum cetum interempturus est. Vides ergo : quomodo in spiritu sancto praedixit de magno ceto, quem interfecturus est dominus. Quodsi placet audire, quid etiam alii sancti de ista nativitate senserint, audi David dicentem : in iniquitatibus, inquit, conceptus sum, et in peccatis concepit me mater mea, ostendens, quod quaecunque anima in carne nascitur, iniquitatis et peccati sorde polluitur, et propterea dictum esse illud, quod jam superius notavimus (Job XVI, 14.), quia nemo mundus a sorde, nec si unius dei sit vita ejus. Addi etiam illud potest, ut requiratur, quid causae sit, cum baptisma ecclesiae pro remissione peccatorum detur, secundum ecclesiae observantiam etiam parvulis baptismum dari, cum utique, si nihil esset in parvulis, quod ad remissionem deberet et indulgentiam pertinere, gratia baptismi superflua videretur. In Lev. Hom. VIII. n. 3. Hoc ipso, quod in vulva matris est positus, et quod materiam corporis ab origine paterni seminis sumit, in patre et matre contaminatus est ... Omnis ergo homo in patre et matre pollutus est. in Lev. Hom. XII. n. 4. Cf. in Jer. Hom. XI. n. 5. 6. Tanta enim et tam admirabilis in nos misericordiae dei bonitas est, ut per quem in Adae offensa generositatem primae et beatae illius creationis amisimus, per eum rursum id, quod amisimus, obtineamus. in Job. ap. Huet. Orig. T. II. p. 600. Magis simpliciter accipiendum videtur, similitudo praevaricationis Adae absque aliqua discussione recipienda, ut hoc sermone omnes, qui ex Adam praevaricatore nati sunt, indicari videantur, et habere in semetipsis similitudinem praevaricationis ejus non solum ex semine, sed ex institutione susceptam. in Rom. comm. LV. n. 1.

1) Per qucm (angelum malitiae) homo a primordio circumventus, ut praeceptum dei excederet, et propterea in mortem datus, exinde totum genus de suo semine infectum, suae etiam damnationis traducem fecit. Testim. anim. c. III. Evam te esse nescis? Vivit sententia dei super sexum istum (der Frauen) in hoc saeculo, vivat et reatus necesse est. Tu es diaboli janua, tu es arboris illius resignatrix. Cult. foem. c. I. Omnis anima eousque in Adam censetur, donec in Christo recenseatur, tamdiu immunda, quamdiu recenseatur. Peccatrix autem, quia immunda, recipiens ignominiam es carnis societate. de anim. XL. cf. XVI. XLI. Poen. IJ. adv. Marc. II, 11.

[ocr errors]

+) Prohiberi non debet infans (a baptismo), qui recens natus nihil peccavit, nisi quod secundum Adam carnaliter natus contagium mortis antiquae prima nativitate contraxit, qui ad remissionem peccatorum accipiendam hoc ipso facilius accedit, quod illi remittuntur non propria, sed aliena peccata. Epl. LIX. ad Fidum. Cum dominus adveniens sanasset illa, quae Adam portaverat vulnera, et venena serpentis antiqua curasset, legem dedit sano et praecepit, ne ultra peccaret. de Op. et Eleem. init.

1) Ο γάρ γηγενής ημών προπάτωρ και την εν παραδείσω τρυφήν και διαγωγήν τιμηθείς την θείαν και σωτήριόν σου εκφαυλίσας εντολήν αποδόκιμος ζωηρού χώρου εκρίθη, και το παν αυτου σπέρμα ακιδνότατον κατέστησε τους νόθοις μοσχεύμασι της αμαρτίας συμφυράσας. Simeon et Ann. n. VIII.

2) Πρωτότοκος λέγεται (ο λόγος) και εστιν ημών, επειδή πάντων των ανθρώπων απολλυμένων κατά την παράβασιν του Αδάμ πρώτη των άλλων εσώθη και ελευθερώθη ή εκείνου σαρξ, ως αυτού λόγου σώμα γενομένη. C Ari. Οr. n. 61. επειδή γαρ η πρώτη ή διά 'Αδάμ οδός απώλετο, και αντί του παραδείσου εξεκλίναμεν εις τον θάνατον .... διά τούτο ο φιλάνθρωπος του θεού λόγος βουλήσει του πατρός ενδιδάσκεται την κτισθείσαν σάρκα, ένα, ήν ενέκρωσεν ο πρώτος άνθρωπος διά της παραβάσεως, ταύτην αυτός .... ζωοποιησή. n. 68. 69. ώςπερ γάρ του 'Αδάμ παραβάντος εις πάντας ανθρώπους έφθασεν η αμαρτία, ούτως του κυρίου γενομένου ανθρώπου και την όφιν ανατρέψαντος, εις πάντας ανθρώπους ή τοιαύτη ίσχυς διαβήσεται. C. Ar. Οr. 1. n. 31.

3) In unius Adae errore omne hominum genus aberravit. in Matth. comm. c. XVIII. n. 6. Ex uno in omnes sententia mortis et vitae labor exiit. in Ps. LIX. n. 4. In Adae offensa generositatem primae et beatae illius creationis amisimus. tract. in Job. fragm. I. Cum ergo innovamur baptismi lavacro, ab originis nostrae peccatis atque auctoribus separamur. in Matth. comm. c. X. n. 24.

4) Ζωοποιήσας δε πάντας ο Χριστός εν εαυτό τους εν τω Αδάμ αποθνήσκοντας. In Ps. IV, 1. Μακάριον γάρ ήν το μηδέ την πρώτην γυναίκα παραβάσαν τη φθαρτη γενέσει διακονήσασθαι, μένειν δε εν παραδείσου θείους ώμοιωθείσαν αγγέλους ..... θανάτω δε η αιμάτων και σαρκός υπερητείτο γένεσις εις του θνητου γένους διαμονήνδιό και σύλληψις ωςανεί θανάτω υποκειμένη τους μακρίoις διεβάλλετο. In Ps. L, 7.

Victorinus '), von welchem jedod zu bemerken, was oben von Origenes, daß er sich dem chriftlichen Dogma in der Sprache bald mehr bald minder genau anschmiegt, ferner Bafilius der Große ?), Gregor von Nyssa ”), Gregor von Nazianz ‘), Ephräm

1) Ipse autem mediator alia, quae inter se mysterio quodam discreta sunt, quodam rursus mysterio reconciliat atque conjungit. Sumus autem nos, qui et separati sumus per majores nostros, et juncti rursus per majores quidem, sed secundum Christum, id est secundum fidem, unde apparet, sine mediatore nos non posse liberari. in Gal. II, 20. Ergo eramus, inquit, naturales filii, id est per naturam facti, sed filii cujus? non dei, sed irae: ipse enim adversarius, qui est ira, nos er materia sibi vindicaverat. Sunt enim proprie filii irae, qui ex hoc mundo. in Eph. II, 3. Eos autem, qui ex his (primis parentibus damnatis) quique ad ipsum confugiunt, miseratus est. de Physic. VIII.

2) 'Αδάμ κακώς φαγών την αμαρτίαν παρέπεμψεν. Ηom. de farm. et sicc. n. 7. de renunciat. saecul. n. 7. in Ps. XXIX. n. 9. XLVIII. n. 3.

3) Ευθύς εκ πάθους ημίν η γένεσις άρχεται, και δια πάθους και αύξησις πρόεισιν και εις το πάθος η ζωή καταλήγει και ανακέκραται ως το κακόν πρός τήν φύσιν, διά των εξ αρχής παραδεξαμένων το πάθος, των διά της παρακοής ειςοικισαμένων τον νόσον. ώςπερ δε τη διαδοχή των επιγινομένων καθ' έκαστον είδος των ζώων ή φύσις συνδιεξέρχεται ως ταυτόν εις το γενόμενον, κατά τον της φύσεως λόγον του εξ ού γέγονεν ούτως εξ ανθρώπου γίνεται εξ έμπαθούς εμπαθής, εξ αμαρτωλού τοιούτος. Ουκούν συνυφίσταται τρόπον τινά τοϊς γινομένοις ή αμαρτία συναποτικτομένη τε και συναυξουσα και τα της ζωής όρω συνκαταλήγουσα. de beatitudinibus or. VΙ. συνελήφθη γάρ υπό σπόρου του πονηρού ώςπερ εν γαστρί τινι της πλάνης ο άνθρωπος, εν σκοτεινούς και εν σκία θανάτου καθήμενος. de eo quid sit, quod ad imag. dei et simil. Τ. II. Mor. p. 29. αυτή αμαρτία επαμφοτερίζοντος εκείνου του ξύλου εστί κάρπος. Ιn Ps. tract. ΙΙ. c. ΧΙΙΙ.

4) Λύπην κατεκρίθην άπαυστον αντί της μικράς ηδονής και πόλεμον προς τον φιλωθέντα κακώς και διά της γεύσεως υποσπάσαντα ταύτα της κακίας εμοί τα επιχείρα. Οr. IX. πάντες δε οι τού αυτού 'Αδάμ μετασχόντες και υπό του όφεως παραλογισθέντες και τη αμαρτία θανατωθέντες και δια του υπουρανίου 'Αδάμ ανασωθέντες. Οr. ΧΧV. πάντες ώμεν εα του αυτού χόος και φυράματος, και του αυτού ξύλου της καίας έγευσάμεθα. Οr. V. ώςπερ σαρκός εδέησε (ο λόγος) διά την σάρκα κατακριθείσαν, και ψυχής διά την ψυχήν, ούτω και νού διά τον νούν, ου πταίσαντα

der Syrer'), Mafarius ?), Pacian), Markus der Einsiedler), Didymus von Alerandrien "), Ambrosius 6), Paulinus von

μόνον εν τω 'Αδάμ αλλά και πρωτοπαθήσαντα, όπερ οι ίατροι λέγουσιν επί των αρρωστημάτων. Οr. LI. Christ. patiens 1–19.

1) Ephr. Par. (ad Poenit. ) XL. fin. T. III. Syr. p. 499. XLVIII. ibid. p. 312. adν. Ηaer. p. 260. Τ. II. ed. Gr.

2) Libert. ment. n. II. de pat. et discret. c. IX. Hom. V, 1. 2. 3.

3) De Baptism. n. V. Peccatum Adae in omne genus transierat ... Érgo et justitia Christi necesse est, ut in genus transeat ... n. VI. Dicit mihi aliquis : sed peccatum Adae merito transivit in posteros, quia ex ipso geniti erant, et numquid nos a Christo geniti sumus, ut propter ipsum salvi esse possimus ? Carnalia cogitare nolite: jam videbitis, qualiter Christo parente generemur.

4) Θώμεν δε, ότι και πάντων (αμαρτιών) τινές έκτος εύρηνται, και από γεννήσεως πάσης κακίας αλλότριοι, όπερ αδύνατον, του αγίου Παύλου λέγοντος πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δοξης του θεού, δικαιούμενοι δωρεάν τη αυτού χάριτι. όμως εί και ετύγχανον τοιούτοι πλήν εκ του 'Αδάμ εισί, και υπό την αμαρτίαν της παραβάσεως πάντες γεγόνασι, και διά τούτο το θανάτω της αποφάσεως κατεδικάσθησαν. Opusc. III. de Poenit. n. III.

5) Omnes sub peccato nascimur, quoniam ipse orlus in vitio est. In I Joan. V, 19. ει εκ συνδυασμού ανειλήφει (ο θεού υιός) σώμα, ουκ έχων το παρηλλαγμένον, ενoμίσθη αν και αυτός υπεύθυνος είναι εκείνη τη αμαρτία, ήπερ και οι εκ του 'Αδάμ πάντες κατά διαδοχήν υπήρχον. . Manich. n. VII. και την γεγραμμένην εικόνα και ομοίωσιν του θεού απολαμβάνομεν (ίη ber Eaufe), ήν εδεξάμεθα διά του θεϊκού εμφυσήματος και απωλέσαμεν δια του αμαρτήματος. Τrin. II, 12. (παλαίαν αμαρτίαν beibt er fe ibid. μην αρχαίας 111, 17.) τώ αυτού γούν τιμίω αίματι .... έλυτρώθημεν εκ της πατροπαραδότου αναστροφής ημών. In Ps. CX, 9.

6) Omnes in primo homine peccavimus et per naturae successionem culpae quoque ab uno in omnes transfusa successio est . . . . Adam ergo in singulis nobis est. In illo enim conditio humana deliquit , quia per unum in omnes pertransiit peccatum. David. apol. II. c. XII. p. 71. Cf. Epl. LXXIII. n. 8. de myst. C. VI. n. 32. Habebat (Petrus) primi hominis de successione peccatum. Epl. de fide ad Hier. (in Maj. VII. I. p. 159.) Talis enim erat omnium a primis ducta genitoribus causa mortalium, ut originali peccato transeunte per posteros nullus poenam damnationis evaderet, nisi verbum caro fieret et habitaret in nobis.

« PredošláPokračovať »